Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

Νεκρή Θεία. Μέρος Α: Αυτοκτον

Από μικρό παιδί είχα μια ιδιαίτερη αδυναμία στην θεία μου. Την αγαπούσα όσο και τους γονείς μου. Όταν μάθαινα ότι επρόκειτο να έρθει στο σπίτι περίμενα πως και πώς να χτυπήσει το κουδούνι για να την αγκαλιάσω και να πάμε μαζί για καφέ η απλά για μια βόλτα να μου πει τα νέα της να της πω και εγώ τα δικά μου. Πάντα με βοηθούσε όταν είχα κάποιο πρόβλημα και μου έδινε τις καλύτερες συμβουλές. Δεν κουραζόταν ποτέ να με ακούει. Τις είχα συμπαρασταθεί και εγώ πολλές φορές στις δύσκολες στιγμές τις. Ειδικά τότε που πέθανε ο θείος σε ένα ατύχημα μαζί με την ξαδέρφη μου. Εκείνη τη περίοδο φοβήθηκα πραγματικά ότι μπορεί να πεθάνει από την κατάθλιψη. Τελικά αποφάσισε να κρατηθεί στην ζωή και τα κατάφερε. Μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον. Ίσως να παρατηρήσατε ότι τόση ώρα που έγραφα για τις σχέσεις μου μαζί της χρησιμοποιούσα το "είχα" και όχι το "έχω". Μας άφησε λοιπόν πριν την ώρα της. Και δυστυχώς όλα έδειχναν πως μας άφησε με δική της επιλογή. Ήταν τα γενέθλια μου και δεν πήρε τηλέφωνο να μου ευχηθεί. Θα το ξέχασε σκεφτήκαμε όλοι, όμως δεν δεχτήκαμε τηλέφωνο της για πάνω από δύο εβδομάδες, ούτε το σήκωνε. Καταλάβαμε ότι κάτι συνέβαινε έτσι η μητέρα μου πήγε να την επισκεφτεί για να δει αν έπαθε τίποτα. Χτύπησε το κουδούνι αρκετές φορές όμως όπως φαινόταν ότι δεν ήταν κανείς μέσα. Κανείς ζωντανός τουλάχιστον. Η μητέρα μου χρησιμοποίησε ένα εφεδρικό κλειδί που είχε η θεία μου κολλημένο με ταινία κάτω από ένα γλαστράκι και μπήκε μέσα. Φώναξε μερικές φορές δυνατά το όνομα της αδερφής της αλλά δεν πήρε καμία απάντηση. Μπήκε στο σαλόνι, μετά πέρασε στην κουζίνα και στο μπάνιο αλλά δεν την βρήκε πουθενά. Το μόνο δωμάτιο στο οποίο δεν είχε μπει ακόμα ήταν το υπνοδωμάτιο. Μόλις άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα λιποθύμησε με αυτό που είδε. Μόλις συνήλθε σηκώθηκε αμέσως, πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και μετά στο σπίτι. Το σήκωσε η αδερφή μου και αφού της είπε η μητέρα μου τι έγινε της έπεσε το ακουστικό από τα χέρια. Την ρώτησα τι συμβαίνει και μου είπε ότι η θεία αυτοκτόνησε. Μου κόπηκαν τα πόδια. Μόλις το έμαθε και ο πατέρας μου πήγαμε αμέσως στο σπίτι της. Βρήκαμε στην εξώπορτα την μητέρα μου και κάτι αστυνομικούς οι οποίοι περίμεναν τον ιατροδικαστή. Έμαθα ότι η θεία ήταν ακόμα στο δωμάτιο έτσι όπως την βρήκε η μητέρα μου. Όταν ρώτησα αν μπορώ να περάσω να την δω (δεν το είχα πιστέψει ακόμα ότι ήταν νεκρή) μου είπαν πως ως συγγενής μπορώ αλλά μόνο με επίβλεψη και να μην αγγίξω τίποτα. Με αργά βήματα πέρασα στο χολ και άνοιξα την πόρτα του δωματίου που βρισκόταν το άψυχο σώμα της πολυαγαπημένης μου θείας. Και τότε την είδα. Και μου κόπηκαν για δεύτερη φορά σε μια μέρα τα πόδια. Και δάκρυσα. Και προσπάθησα ως δεκαεννιά ετών παλικάρι να μην κλάψω όμως δεν τα κατάφερα. Και αυτή ήταν εκεί. Με τα μάτια ακόμα ανοιχτά. Κρεμασμένη με ένα καλώδιο από το φωτιστικό του δωματίου ακριβώς πάνω από το κρεβάτι της. Η γλώσσα της κρέμονταν έξω από το στόμα της και ήταν μελανιασμένη. Όπως ήταν και όλο της το δέρμα άλλωστε. Είχα την αίσθηση ότι με κοιτούσε με την άκρη του ματιού της και αναρωτιόταν τι κάθομαι και την κοιτάω αντί να τη κατεβάσω. Εκείνη την ώρα μπήκε και ο ιατροδικαστής στο δωμάτιο. -Ποιος είναι αυτός? Ρώτησε με αυστηρό ύφος τον αστυνομικό. -Είμαι ο ανηψιός της κύριε. Απάντησα εγώ. -Μπορείς να περιμένεις έξω για λίγο. Μου αποκρίθηκε και εγώ αφού έριξα ένα ακόμα βλέμμα στην θεία μου υπάκουσα. Μετά από ένα τέταρτο βγήκε από το δωμάτιο και έκανε νόημα στους νοσοκόμους που είχαν έρθει όσο εγώ βρισκόμουν στο δωμάτιο με ένα φορείο. Ενώ την κατέβαζαν προσεκτικά ο ιατροδικαστής πλησίασε έμενα και την οικογένεια μου και μας έδωσε ένα σημείωμα. -Το βρήκαμε πάνω στο κομοδίνο. Είπε. Δεν θα χρειαστεί να γίνει νεκροψία. Είναι ακριβώς ότι φαίνεται. Αυτοκτονία. Λυπάμαι. Αυτά είπε και έφυγε. Η μητέρα μου άνοιξε το σημείωμα δίχως να σταματήσει το κλάμα και το διάβασε. Ύστερα το έδωσε στον πατέρα μου αυτός σε μένα και τέλος το διάβασε η αδερφή μου. Το σημείωμα ήταν γραμμένο στον υπολογιστή. Η θεία μου ήθελε να τα κάνει όλα τέλεια βλέπετε. ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΜΟΥ ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ, ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΤΩΝ ΔΥΟ ΠΙΟ ΠΟΛΥΤΙΜΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΠΕΡΝΟΥΣΕ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΑΡΓΑ, ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΙΟ ΔΥΣΚΟΛΑ. ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΒΡΑΔΥ ΤΟΥΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥΣ ΕΝΝΙΑ ΜΗΝΕΣ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΞΕΣΠΑΣΩ ΣΕ ΚΛΑΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΟ ΤΟΥΣ. ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΣΚΕΦΤΩ. ΔΕΝ ΠΕΡΑΣΕ ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΩ ΠΑΡΕΙ ΥΠΝΩΤΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΣΩ ΝΑ ΚΛΕΙΣΩ ΜΑΤΙ. ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΚΟΙΜΑΜΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΒΛΕΠΩ ΕΙΝΑΙ ΕΦΙΑΛΤΕΣ. ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΖΗΣΩ ΕΤΣΙ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ, ΤΟΤΕ ΠΡΟΤΙΜΩ ΝΑ ΦΕΡΩ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΠΙΟ ΓΡΗΓΟΡΑ. ΘΑ ΣΑΣ ΑΓΑΠΩ ΑΙΩΝΙΑ. Η ΕΛΕΝΗ ΣΑΣ Τελικά μετά από παράκληση της μητέρας μου έγινε νεκροψία. Έγινε επίσης έρευνα δακτυλικών αποτυπωμάτων στο σπίτι και στον υπολογιστή της καθώς και στο σημείωμά της. Παντού υπήρχαν τα δικά της δακτυλικά αποτυπώματα. Όπως είχε πει και ο ιατροδικαστής ήταν ότι φαινόταν. Αυτοκτονία. Και τι άλλο θα μπορούσε να ήταν άλλωστε? Δολοφονία μήπως? Σίγουρα θα μπορούσε να είναι η τέλεια δολοφονία. Στημένη έτσι ώστε να φαίνεται πως το θύμα αυτοκτόνησε. Το θέμα είναι ότι η θεία δεν είχε ούτε έναν εχθρό στον κόσμο. Από τότε που πέθανε η μητέρα της από καρκίνο μόνο εμάς είχε. Είχε και τον πατέρα της. Ένα μπεκρούλιακα. Ένα πραγματικό ανθρώπινο υποκείμενο. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν ο ιππόδρομος και το πόσο αλκοόλ θα κατέβαζε ημερησίως. Και τελικά αυτό τον σκότωσε. Μόλις τρεις μήνες μετά τον θάνατο του θείου μου και της ξαδέρφης μου. Έκανε βόλτες μεθυσμένος μες στα άγρια μεσάνυχτα και τον χτύπησε ένα αυτοκίνητο. Ώσπου να τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο είχε ξεψυχήσει. Μετά από το πρώτο πλήγμα που δέχτηκε η θεία μου εκείνη τη περίοδο το δεύτερο δεν το ένιωσε καν. Στο κάτω κάτω το μόνο που ένιωθε για τον πατέρα της ήταν μίσος για ότι προκάλεσε στην μητέρα της, στην μητέρα μου και σε αυτή. Ούτε η μητέρα μου το πήρε κατάκαρδα. Όπως έστρωσε κοιμήθηκε. Πάντως θα 'λεγε κανείς πως η οικογένεια μας αρχίζει να ξεκληρίζεται. Χάσαμε τέσσερις συγγενείς μέσα σε εννέα μόλις μήνες. Αυτή τη σκέψη την έκανα για πρώτη φορά μετά τη κηδεία της θείας μου. Υπήρξε και μια δεύτερη το επόμενο βράδυ πριν κοιμηθώ. Δεν υπήρξε τρίτη. Ένα από τα επόμενα πρωινά μόλις ξύπνησα πήρα την απόφαση ότι θα έπρεπε να συνεχίσω την ζωή μου. Νέο παλικάρι είμαι σκέφτηκα. Ούτε και η θεία μου θα ήθελε να βασανίζομαι για τον χαμό της εις τους αιώνας των αιώνων. Ήμουν σίγουρος ότι δεν θα ήθελε να βασανίσει κανένα. Ήθελε μόνο να βάλει ένα τέρμα στο καθημερινό της μαρτύριο. Το μαρτύριο που κατάφερε να κρύψει από όλους τόσους μήνες. Να όμως που βασάνισε. Και περισσότερο από όλους την μητέρα μου. Είχα τεράστια αδυναμία στην θεία μου, όμως δεν υπήρχε άνθρωπος που να τη λατρεύει περισσότερο από την μητέρα μου. Όταν τα σκεφτόμουνα όλα αυτά ήμουν στον καθρέφτη του μπάνιου και έφτιαχνα τα μαλλιά μου. -Α ρε θεία πονούσες αλλά γιατί φέρθηκες έτσι εγωιστικά? είπα καταλάθος δυνατά μία από τις σκέψεις μου. Πάντα θεωρούσα την αυτοκτονία εγωιστικό πράμα. Βάζεις τέρμα στην ζωή σου για τους δικούς σου προσωπικούς λόγους όμως δεν σκέφτεσαι καθόλου τους ανθρώπους που αφήνεις πίσω. Βγήκα από το μπάνιο, φόρεσα τα παπούτσια μου και βγήκα έξω για ένα καφέ με μια φίλη μου. Δέχτηκα τα συλλυπητήρια της και άρχισα να ακούω τα νέα της παρέας. Είχα χάσει αρκετά επεισόδια λόγω του ότι τις τελευταίες μέρες έμεινα κλεισμένος σπίτι. Δεν είχα όρεξη για τίποτα. Ούτε για φαγητό. Μόλις γύρισα σπίτι βρήκα την μητέρα μου δακρυσμένη μπροστά από μια φωτογραφία της θείας μου. Προτίμησα να μην πω τίποτα. Απλά της έδωσα ένα φιλί και μπήκα στο δωμάτιο μου όπου είδα λίγη τηλεόραση παρέα με την αδερφή μου. Η μέρα πέρασε πολύ ομαλά και τελικά έπεσα για ύπνο. Το όνειρο που είδα εκείνη τη νύχτα δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Ήμουν στον καθρέφτη του μπάνιου και έφτιαχνα τα μαλλιά μου, ακριβώς όπως και το πρωί. Βγαίνω από το μπάνιο και βλέπω ότι το σπίτι έχει αλλάξει. Όλοι οι τοίχοι ήταν βαμμένοι μαύροι και σε πολλά σημεία υπήρχε πιτσιλισμένο αίμα πάνω τους. Τα φωτιστικά ήταν αναμμένα και βγάζανε ένα μοβ φως. Προχώρησα στο σαλόνι και είδα μια γυναικεία φιγούρα να στέκεται όρθια με το κεφάλι χαμηλωμένο. Είχε γυρισμένη την πλάτη σε μένα. Φορούσε ένα λευκό, λερωμένο με λάσπες φόρεμα. Είχα μείνει ακίνητος και τη κοιτούσα. Σε κάποια στιγμή ένιωσα ένα παγωμένο χέρι να με αγγίζει στην πλάτη. Τρομαγμένος γύρισα και είδα την θεία μου. Με κοιτούσε ίσια στα μάτια και η γλώσσα της κρεμότανε όπως ακριβώς την είχα δει και πρώτη φορά κρεμασμένη στο σπίτι της. Ξαναγύρισα να δω την γυναίκα στο σαλόνι αλλά είχε εξαφανιστεί. Γυρνώντας ξανά προς την θεία παρατήρησα ότι αυτή ήταν και πριν στο σαλόνι επειδή φορούσε το ίδιο ακριβώς λερωμένο φόρεμα. Έκανα προς τα πίσω αλλά αυτή συνέχιζε να με πλησιάζει. Είχε μια απορία στο βλέμμα της. Ίσως και να αναρωτιόταν γιατί απομακρύνομαι από αυτή. Γιατί απομακρύνομαι από την λατρευτή μου θεία. Τα πράγματα στο σαλόνι ήταν άνω κάτω με αποτέλεσμα να σκοντάψω σε κάτι. Ένιωσα σαν να πέφτω από το ταβάνι πάνω στο κρεβάτι μου και μετά ξύπνησα. Το πρώτο που αντίκρισα ήταν το ταβάνι του δωματίου μου και μετά την αδερφή μου η οποία ήταν ξύπνια και έπαιζε με το κινητό της. -Τι έπαθες? μου είπε. -Είδα έναν φρικτό εφιάλτη, της αποκρίθηκα και μετά άρχισα να της τον περιγράφω. Μου φαίνεται ότι το υποσυνείδητό μας θα κάνει πολλά παιχνίδια για μερικές εβδομάδες. -Μην φοβάσαι λογικό είναι. Και εγώ χθες είδα την θεία στον ύπνο μου να αυτοκτονεί με τον ίδιο τρόπο που αυτοκτόνησε στην πραγματικότητα. -Έχεις δίκιο. Της απάντησα και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ χωρίς αποτέλεσμα αντίθετα με την αδερφή μου η οποία μόλις τελείωσε ο διάλογος φάνηκε να ξεράθηκε. Όλο το υπόλοιπο βράδυ έμεινα βυθισμένος στις σκέψεις μου σχετικά με αυτό το όνειρο. Η αυγή δεν άργησε να έρθει...



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου