Τετάρτη, 25 Δεκεμβρίου 2013

Το σκοτεινό δρομάκι της γειτ

Όλοι μου λένε να μην το πλησιάζω και πρώτα απ' όλα να μην το διασχίζω. Μιλάω για το δρομάκι της γειτονιάς μου το οποίο εδώ και χρόνια έχω καταλάβει ότι κάτι το ιδιαίτερο κρύβει. Ο παππούς μου όταν ήταν μικρός είχε περάσει από εκεί και δεν μπορούσε να κοιμηθεί για αρκετές ημέρες και απορούσα το γιατί(?). Το μόνο που μου έχει πει είναι ότι πριν από κανα αιώνα δολοφονήθηκε εκεί μια ηλικιωμένη γυναίκα, μια γιαγιά. Οι μόνοι που διασχίζουν αυτό το σκοτεινό δρομάκι ή και κάθονται και λίγο είναι κάτι παλιόπαιδα που θέλουν να καπνίσουν ή να πάρουν ντόπα. Άλλοι περαστικοί που το διέσχισαν πιστεύω ότι δεν θα το ξαναπλησιάσουν. Μερικοί κιόλας έχουν δολοφονηθεί εκεί νύχτα και όλοι την ίδια ώρα, 11 η ώρα ακριβώς. Τα πτώματά τους δεν έχουν βρεθεί και έχουν εξαφανιστεί με κάποιον ανεξήγητο τρόπο. Οι απόπειρες της αστυνομίας να βρεθεί ο ένοχος φάνηκαν ανούσιες. Μια νύχτα λοιπόν που θα έπρεπε να πάω γρήγορα στο σπίτι του παππού μου (το δρομάκι ενώνει το σπίτι μου με του παππού μου) για να δείξω ότι δεν φοβόμουν έστριψα και άρχισα να περπατάω μέσα στο δρομάκι(το μετάνιωσα...). Δεν ένοιωθα και τόσο καλά, ένοιωθα ανασφάλεια, τρόμο και είχα ανατριχιάσει. Μια αύρα κρύου αέρα και φόβου μαζί έφερε μπροστά στα μάτια μου μια πυκνή ομίχλη. Άρχισα να τρέχω σιγά-σιγά γιατί ένοιωθα πως κάποιος ήταν από πίσω μου και συνέχισα να έχω αυτή την ιδέα μέχρι που μπήκα στο σπίτι του παππού μου όπου ένοιωσα πάλι ασφαλείς. Με ρώτησε όπως πάντα αν πέρασα απ' το δρομάκι. Του είπα τη λέξη: " Όχι.", δηλαδή ένα ψέμα. Κάθισα λίγο μέχρι που η ώρα πήγε 10:30. Τον χαιρέτισα και έφυγα. Έχοντας καταλάβει πως τελικά το δρομάκι δεν περιέχει και τίποτα το φοβερό το ξαναπέρασα (μέχρι να το διασχίσεις σου παίρνει κανα 2 λεπτά). Μια ομίχλη άρχισε πάλι να γεμίζει τον σκοτεινό χώρο. Σταμάτησα και κοίταξα το ρολόι μου, ήταν 11 η ώρα, όμως είχα ξεχάσει όλα εκείνα τα παράξενα θέματα που λέγονταν για την συγκεκριμένη ώρα. Ξαφνικά, το μάτι μου γύρισε και με τη βοήθεια του φωτός του πανσέληνου είδα κρυμμένο στα χόρτα ένα πέτρινο μνήμα, έναν παλιό τάφο στον οποίο τα γράμματα του πεθαμένου είχαν σβηστεί. Μόνο το επώνυμο κατάφερα να βγάλω: Ντάμονι. "Καμία ξένη θα είναι" λέω από μέσα μου, μα είχα τρομάξει αρκετά. Άρχισα να επιταχύνω τα βήματά μου και απομακρύνθηκα από τον ξεβαμμένο τάφο, αλλά όχι από το σκοτεινό δρομάκι...Έχετε νοιώσει να σας παρακολουθούν? Λοιπόν αυτό ένοιωθα εκείνη τη στιγμή και εγώ μέχρι που μετά από λίγο βήματα άρχισαν να ακούγονται απ' το πουθενά. Δεν γύρισα, μα όσο ακούγονταν μου τράβηξαν την περιέργεια να γυρίσω. Ήταν μια γριούλα με ένα πρόσωπο που το κάλυπτε ένα μαντίλι, σαν κουκούλα. Μου φώναξε: "Έρχεσαι λίγο να με βοηθήσεις να περπατήσω?". Παραξενεύτηκα, δίστασα αλλά βλέποντάς την με τη μαγκούρα να προσπαθεί σε κάθε της βήμα την λυπήθηκα και δεν αρνήθηκα τελικά. Όταν διασχίσαμε το δρομάκι με ευχαρίστησε για την βοήθειά μου και με ρώτησε το όνομά μου. Το πρόσωπό της δεν το είχα δει γιατί ήταν περίεργα σκυμμένη, λες και δεν ήθελε να το δω. Τέλος πάντων της είπα το όνομά μου και σήκωσε το κεφάλι της... Αυτό ήταν κάτι που δεν θα ήθελα να ξαναδώ ποτέ. Δεν είχε καν κεφάλι. Μόνο το εσωτερικό του μαντιλιού φαινόταν. Πήγα να τρέξω μέχρι που κάτι με κρατούσε σαν μαγνήτης σε εκείνο το σημείο, πρόσωπο με πρόσωπο με εκείνο το τέρας. Δεν μπορούσα να φύγω. Η γριά σήκωσε το χέρι της και με ένα μαχαίρι έκοψε τις φλέβες της. Μετά έσκυψε και έγραψε με το μαύρο αίμα κάτω στο τσιμέντο: "Έλλις Ντάμονι" που δεν μου είναι και πολύ άγνωστο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή μια βαριά βροχή έπιασε και όταν γύρισα το κεφάλι μου η γριά είχε εξαφανιστεί(!). Την επόμενη μέρα εγώ ήμουν άγρυπνος γιατί δεν είχα κλείσει μάτι όλο το βράδυ με όλα αυτά που έγιναν. Όταν δηλαδή είδα ένα εφιάλτη χωρίς να κοιμάμαι. Είχε έρθει και ο παππούς μου και μετά από πολλή πίεση μου αποκάλυψε το όνομα της νεκρής γριάς. Νομίζω πως μπορείτε να φανταστείτε πιο ήταν...Από τον φίλο Παναγιώτη



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου