Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

Οι νεκρές κάργιες

Το 1994 εγκαταστάθηκα σ’ ένα ρετιρεδάκι που κληρονόμησα από τη γιαγιά μου και από τότε ζω εκεί μόνος. Το `95 συνέβη ένα πολύ περίεργο περιστατικό που δεν έχω μπορέσει να εξηγήσω μέχρι τώρα. Ήταν καλοκαίρι και πρωί και ακούω ξαφνικά πυροβολισμούς. Τρόμαξα γιατί σκέφτηκα ότι κάποιο έγκλημα έγινε και βγήκα στο μπαλκόνι. Δε μπορούσα να καταλάβω από που πέσαν οι πυροβολισμοί ούτε μπορούσα να διακρίνω κάποια αναστάτωση. Κανείς άλλος δε φαινόταν να είχε ενδιαφερθεί για το γεγονός εκτός από μένα. Ξαναμπαίνω στο σπίτι προβληματισμένος και αναρωτιέμαι τι πρέπει να κάνω, αν θα φωνάξω την αστυνομία κτλ. Τη στιγμή αυτή ακριβώς χτυπάει το θυροτηλέφωνο. Το χτύπημα ήταν το χαρακτηριστικό της μαμάς μου, έτσι χτυπάει πάντα όταν έρχεται για επίσκεψη και γι` αυτό άνοιξα την πόρτα της εισόδου και την πόρτα στο διαμέρισμά μου χωρίς να ρωτήσω ποιος είναι αφού περίμενα ότι ήταν η μαμά μου. Περίμενα στο διάδρομο του σπιτιού μου και τότε μπαίνει μέσα ένας πολύ περίεργος ηλικιωμένος κύριος. Ήταν κάπως παχύς και ντυμένος σαν τουρίστας με κοντό τζιν παντελόνι, σανδάλια κτλ. Αυτός μόνο που δεν έκλαιγε. Μόλις με είδε που καθόμουν στον διάδρομο με έπιασε από το χέρι και μου λέει: Είδες παιδί μου τι κάνουν οι κακοί άνθρωποι και κάτι τέτοια ενώ μου έσφιγγε το χέρι δυνατά! Εγώ είχα πάθει πλάκα δεν τον ήξερα τον άνθρωπο δεν τον είχα ξαναδεί ποτέ μιλάμε. Τότε αυτός κατευθύνεται στο μπαλκόνι χωρίς να μου πει ποιος είναι, ούτε τι θέλει, ούτε τίποτα! Δεν φοβήθηκα αλλά είχα παραξενευτεί. Και βγαίνει αυτός στο μπαλκόνι και εγώ τρέχω από πίσω του. Και τότε αυτός μου δείχνει κλαίγοντας κάτω σε μια μικρή αυλή που είναι στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας και μου λέει βλέπεις τι κάνανε οι κακούργοι και μου δείχνει μέσα στις γλάστρες και τα φυτά τέσσερις σκοτωμένες κάργιες και με κοιτάζει στα μάτια και κλαίει. Εγώ τα είχα χαμένα και δε θυμάμαι τι είπα. Αυτό που φαντάστηκα ήταν ότι κάποιος είχε χτυπήσει τα πουλιά με κυνηγετικό όπλο. Τότε ο μπάρμπας μου ξαναπιάνει το χέρι για να μου δώσει κουράγιο (!) και φεύγει χωρίς να πει τίποτα. Είχα πάθει πλάκα. Μετά από λίγα λεπτά αποφάσισα να κατέβω κάτω στον ακάλυπτο και να μαζέψω τα σκοτωμένα πουλιά. Ήμουν κι εγώ πολύ θυμωμένος μ` αυτό που είχε συμβεί. Κατεβαίνω κάτω ψάχνω από δω από κει, πουθενά τα πουλιά. Δεν τα έβλεπα. Τότε μου λέει η διαχειρίστρια που μένει στον πρώτο: τί ψάχνεις έχασες τίποτα? της λέω τι ψάχνω μου λέει εγώ τόση ώρα κάθομαι στο μπαλκόνι και δεν άκουσα ούτε πυροβολισμούς ούτε πουλιά! Πάει λέω το έχασα τελείως και πάω ν` ανέβω πάλι τη σκάλα για να πάω σπίτι μου. Και βλέπω τον κύριο που είχε μπει στο σπίτι μου προ λίγο να με κοιτάει πίσω από το τοιχάκι της άλλης πολυκατοικίας που κάνει γωνία με τη δική μας, με κοιτούσε πολύ θυμωμένα σαν να ήμουν ψεύτης ή ένοχος εγώ! Ξανακοιτάω, δεν τον βλέπω. Σηκώνομαι και πάω μέχρι το μαντράκι κοιτάζω από πάνω, πουθενά αυτός! Τρελάθηκα από το φόβο μου. Έτρεξα πάνω στο σπίτι μου και δεν ήξερα τι να σκεφτώ για όλα αυτά. Σε όσους το έχω πεί μου λένε ότι το φαντάστηκα ή ότι το είδα όνειρο και δεν έγινε στ` αλήθεια ή ότι ήταν όνειρο ξυπνητό. Μέχρι και ειδήσεις είδα εκείνο το απόγευμα μήπως ακούσω για τους πυροβολισμούς και τίποτα δεν άκουσα. Όμως ο τύπος που μπήκε στο σπίτι μου ήταν αληθινός και μου έπιανε το χέρι! Είδα τις κάργιες με τα μάτια μου σκοτωμένες στην αυλή. Και δεν μπόρεσα να το εξηγήσω μέχρι σήμερα. http://spookygreekstory.blogspot.gr/2011/10/blog-post_17.html



by Τρομακτικές Ιστορίες Android App http://ift.tt/16hLWGn

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου